φιλήσει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

φιλήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλώ
  2. θα φιλήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φιλώ
  3. να φιλήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

φιλήσει

  1. γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του φιλέω {επικός τύπος)
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής μέλλοντα του φιλέω (δωρικός τύπος)
  3. β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής μέσου μέλλοντα (του φιλοῦμαι)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

φιλήσει θηλυκό

  1. δοτική ενικού του δωρικού και επικού τύπου της λέξης φίλησις (αγάπη, τρυφερότητα)
  2. δυϊκός του αττικού και επικού τύπου της λέξης φίλησις