φιλήτωρ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | φιλήτωρ | οἱ | φιλήτορες |
| γενική | τοῦ | φιλήτορος | τῶν | φιλητόρων |
| δοτική | τῷ | φιλήτορῐ | τοῖς | φιλήτορσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | φιλήτορᾰ | τοὺς | φιλήτορᾰς |
| κλητική ὦ! | φιλῆτορ | φιλήτορες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | φιλήτορε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | φιλητόροιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κτήτωρ' όπως «κτήτωρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pʰi.lɛ̌ː.tɔːɾ/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φῐ‐λή‐τωρ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φιλήτωρ, -ορος αρσενικό, και σε επιθετική λειτουργία
- εραστής, ο ερωτικός σύντροφος
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 1446 (1446-1447)
- κεῖται † φιλήτως τοῦδ᾽, ἐμοὶ δ᾽ ἐπήγαγεν
εὐνῆς παροψώνημα τῆς ἐμῆς χλιδῇ.- κείται στο πλάι του φίλου της που ᾽χε τη φέρει
προσφάγι γλιχουδιάρικο του κοιμηθιού μας. - Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
- ΣτΕ: το φιλήτωρ είναι διάφορος ανάγνωσις του φιλήτως, πολλά λεξικά αναφέρονται σε αυτό το χωρίο στο λήμμα φιλήτωρ.
- κείται στο πλάι του φίλου της που ᾽χε τη φέρει
- κεῖται † φιλήτως τοῦδ᾽, ἐμοὶ δ᾽ ἐπήγαγεν
- ※ 1ος πκε/κε αιώνας ⌘ Στράβων
- τὸν μὲν γὰρ ἐρώμενον καλοῦσι κλεινὸν τὸν δ᾽ ἐραστὴν φιλήτορα
- ΣτΕ: Ο Στράβων για τους Κρητικούς, ότι στις ομοφυλοφιλικές σχέσεις έλεγαν κλεινόν τον παθητικό εραστή και φιλήτορα τον ενεργητικό.
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Φ
- <φιλήτωρ> ἐραστής
- ※ 5ος/6ος κε ⌘ Μουσαῖος Γραμματικός, Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέανδρον, 267 (266-267)
- εἰσέτι δ᾽ ἀσθμαίνοντα βαθυστρώτοις ἐνὶ λέκτροις
νυμφίον ἀμφιχυθεῖσα φιλήτορας ἴαχε μύθους·- Ακόμ᾽ ανάσαινε, κι αυτή μες στα βαθιά στρωσίδια
στο ταίρι της εχύθηκε και του περιλαλούσε· - Μετάφραση (1924): Σίμος Μενάρδος, Αθήνα: Ι.Ν. Σιδέρης @greek‑language.gr
- Ακόμ᾽ ανάσαινε, κι αυτή μες στα βαθιά στρωσίδια
- εἰσέτι δ᾽ ἀσθμαίνοντα βαθυστρώτοις ἐνὶ λέκτροις
- ≈ συνώνυμα: ἐραστής
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 1446 (1446-1447)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Πηγές
[επεξεργασία]- φιλήτωρ - ΜΟΡΦΩ (αγγλικά) Μορφολογικό ευρετήριο για την αρχαία ελληνική γλώσσα Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- φιλήτωρ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φιλήτωρ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'κτήτωρ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κτήτωρ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κτήτωρ' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα φιλ- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τωρ (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Στράβωνα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)