Μετάβαση στο περιεχόμενο

φιλήτωρ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φιλήτωρ οἱ φιλήτορες
      γενική τοῦ φιλήτορος τῶν φιλητόρων
      δοτική τῷ φιλήτορ τοῖς φιλήτορσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν φιλήτορ τοὺς φιλήτορᾰς
     κλητική ! φιλῆτορ φιλήτορες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φιλήτορε
γεν-δοτ τοῖν  φιλητόροιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτήτωρ' όπως «κτήτωρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φιλήτωρ < Η λέξη έχει ερμηνευτεί με δύο τρόπους· πρώτον, ως φιλ- εκ του φιλέω και -ήτωρ εκ του ἦτορ (καρδία) όπως το μεγαλήτωρ (μεγαλόκαρδος) και δεύτερον, ως θέμα φιλή- του φιλέω + κατάληξη -τωρ όπως το κοσμήτωρ[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pʰi.lɛ̌ː.tɔːɾ/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: φῐλήτωρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φιλήτωρ, -ορος αρσενικό, και σε επιθετική λειτουργία

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.