φιλοδώρημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιλοδώρημα φιλοδωρήματα
γενική φιλοδωρήματος φιλοδωρημάτων
αιτιατική φιλοδώρημα φιλοδωρήματα
κλητική φιλοδώρημα φιλοδωρήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοδώρημα < από το φιλοδωρώ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλοδώρημα ουδέτερο (πληθυντικός φιλοδωρήματα)

Μικρό χρηματικό δώρο που δίνουμε σε κάποιον που φέρνει ένα λογαριασμό, ένα πακέτο, που κάνει μια δουλειά.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

φιλοδωρώ

Συνώνυμα[επεξεργασία]

πουρμπουάρ, μπαξίσι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]