Μετάβαση στο περιεχόμενο

φιλοδώρημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φιλοδώρημα τα φιλοδωρήματα
      γενική του φιλοδωρήματος των φιλοδωρημάτων
    αιτιατική το φιλοδώρημα τα φιλοδωρήματα
     κλητική φιλοδώρημα φιλοδωρήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φιλοδώρημα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φιλοδώρημα[1] < φιλοδωρῶ, φιλο-δωρη- + -μα < αρχαία ελληνική φιλόδωρος [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fi.loˈðo.ɾi.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φιλοδώρημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φιλοδώρημα ουδέτερο

  • μικρό χρηματικό δώρο σε κάποιον που φέρνει έναν λογαριασμό, ένα πακέτο, που κάνει μια δουλειά
      Τότε δ΄εγώ, ἐνθουσιώδης ἐπί τῇ εἰλικρινείᾳ, ὄχι μόνον θά ὑπεβαλλόμην εἰς τήν φορολογίαν, ἀλλά καί θά προσέθετον παρά ταίς ἄλλαις ξενογλώσσοις ἐκφράσεσι καί τήν λέξιν μπαχτσίσι διὰ τούς ἁπλουστέρους καὶ φιλοδώρημα διὰ τούς λογιωτάτους τῶν συμπατριωτῶν μου (Εστία, τόμος 17ος, Ιανουάριος - Ιούνιος, 1884, σελ. 136)
      Την περίοδο του Ραμαζανιού και κατά τη διάρκεια των βραδινών ıφταριών υπήρχε το έθιμο των φιλοδωρημάτων, τα λεγόμενα ντις κιρασί (τουρκ. diş kirası). Στα παλιά Ραμαζάνια στα παλάτια και στα αρχοντικά, μετά το φαγητό του ιφτάρ δίνονταν χρήματα και διάφορα δώρα στους καλεσμένους, ιδιαιτέρως στους φτωχούς. Ωστόσο πολύ αργότερα αυτά τα φιλοδωρήματα άρχισαν να κερδίζουν μια ημιεπίσημη ιδιότητα. Αυτό το έθιμο του να κάνουν το βραδινό δείπνο και να προσφέρουν δώρα ξεκίνησε ως ένα μέτρο σεβασμού από την πλευρά αυτών που προσκαλούσαν και το να δίνουν δώρα εφαρμοζόταν κυρίως στα παλάτια του σουλτάνου (Δήμητρα Χριστοδουλοπούλου, Δημόσιος χώρος και μορφές κοινωνικότητας στην Κωνσταντινούπολη κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο και την πρώιμη περίοδο της Τουρκικής Δημοκρατίας: Τρία χρονογραφήματα του Σερμέτ Μουχτάρ Αλούς (1887-1952) για το Ραμαζάνι, πτυχιακή έργασία. ΕΚΠΑ, Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, σελ. 7 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις φίλος, δώρημα και δώρο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. φιλοδώρημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. «φιλοδωρώ» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.