φιλοσοβιετικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φιλοσοβιετικός φιλοσοβιετική φιλοσοβιετικό
γενική φιλοσοβιετικού φιλοσοβιετικής φιλοσοβιετικού
αιτιατική φιλοσοβιετικό φιλοσοβιετική φιλοσοβιετικό
κλητική φιλοσοβιετικέ φιλοσοβιετική φιλοσοβιετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φιλοσοβιετικοί φιλοσοβιετικές φιλοσοβιετικά
γενική φιλοσοβιετικών φιλοσοβιετικών φιλοσοβιετικών
αιτιατική φιλοσοβιετικούς φιλοσοβιετικές φιλοσοβιετικά
κλητική φιλοσοβιετικοί φιλοσοβιετικές φιλοσοβιετικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοσοβιετικός < φίλος + -ο- + σοβιετικός < σοβιέτ < γαλλική soviet < ρωσική сове́т (συμβούλιο) < παλαιά ανατολική σλαβική съвѣтъ ‎(sŭvětŭ) < αρχαία εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα съвѣтъ ‎(sŭvětŭ: συμβουλή) < со- ‎(so-) + вѣтъ ‎(větŭ: συμφωνία) < πρωτοσλαβική *větъ (ομιλία, συμφωνία)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλοσοβιετικός

  1. παλιότερα, εκείνος που είχε αριστερές αντιλήψεις και που ειδικότερα συμπαθούσε το ΚΚΕ ή είχε την πεποίθηση ότι η Ελλάδα θα βρει στήριξη στο σοβιετικό συνασπισμό και όχι στο ΝΑΤΟ
  2. το άτομο αλλά και η χώρα που ενέκρινε το σοσιαλιστικό καθεστώς στην ΕΣΣΔ, που συμφωνούσε με την εστωτερική αλλά και την εξωτερική πολιτική που αυτό ακολουθούσε
    η φιλοσοβιετική Κούβα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]