φιλοσοφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοσοφία < αρχαία ελληνική φιλοσοφία < φιλο- + σοφία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλοσοφία

  • η επιστήμη η οποία διερευνά τα θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τον κόσμο, τον άνθρωπο, τη γνώση, το αγαθό και το ωραίο
  • το σύνολο των πεποιθήσεων που καθορίζουν τη στάση και τη δράση ενός ατόμου ή συνόλου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φιλοσοφία φιλοσοφία φιλοσοφίαι
Γενική φιλοσοφίας φιλοσοφίαιν φιλοσοφιῶν
Δοτική φιλοσοφί φιλοσοφίαιν φιλοσοφίαις
Αιτιατική φιλοσοφίαν φιλοσοφία φιλοσοφίας
Κλητική φιλοσοφία φιλοσοφία φιλοσοφίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοσοφία < φιλόσοφ(ος) + -ία. Αναλύεται σε φιλο- + σοφία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλοσοφία [φῐλοσοφῐᾱ] θηλυκό

  1. αγάπη για γνώση και σοφία
  2. η έρευνα για την εύρεση της αλήθειας
  3. η συστηματική μελέτη ενός αντικειμένου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Απόγονοι[επεξεργασία]

φιλοσοφία (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: φιλοσοφία
λατινικά: philosophia
αραβικά: فلسفة‎ (fálsafa)
αζεριανά: фәлсәфә / fəlsəfə
μπασκίρ: фәлсәфә (fälsäfä)
μαλαϊκά: falsafah
λατινικά: philosophia
παλαιά γαλλικά: philosophie
γαλλικά: philosophie
γερμανικά: Philosophie
ιταλικά: filosofia
ισπανικά: filosofía
πορτογαλικά: filosofia
ρωσικά: филосо́фия (filosófija)

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]