φιλοσοφία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φιλοσοφία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Μορφολογικά αναλύεται σε φιλο- + -σοφία.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fi.lo.soˈfi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φι‐λο‐σο‐φί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φιλοσοφία θηλυκό
- η μελέτη που διερευνά τα θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τον κόσμο, τον άνθρωπο, τη γνώση, το αγαθό και το ωραίο
- το σύνολο των πεποιθήσεων που καθορίζουν τη στάση και τη δράση ενός ατόμου ή συνόλου
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φιλοσοφία
|
Πηγές
[επεξεργασία]- φιλοσοφία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- φιλοσοφία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| φῐλοσοφῐᾱ- | |||||
| ονομαστική | ἡ | φιλοσοφίᾱ | αἱ | φιλοσοφίαι | |
| γενική | τῆς | φιλοσοφίᾱς | τῶν | φιλοσοφιῶν | |
| δοτική | τῇ | φιλοσοφίᾳ | ταῖς | φιλοσοφίαις | |
| αιτιατική | τὴν | φιλοσοφίᾱν | τὰς | φιλοσοφίᾱς | |
| κλητική ὦ! | φιλοσοφίᾱ | φιλοσοφίαι | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | φιλοσοφίᾱ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | φιλοσοφίαιν | |||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | |||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φιλοσοφία < φιλόσοφ(ος) + -ία. Αναλύεται σε φιλο- < (φιλέω) + -σοφία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φιλοσοφία θηλυκό
- αγάπη για γνώση και σοφία
- η έρευνα για την εύρεση της αλήθειας
- η συστηματική μελέτη ενός αντικειμένου
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ἀφιλοσοφία
- φιλοσοφέω
- φιλοσόφημα
- φιλοσοφικός
- → και δείτε τις λέξεις φιλόσοφος και σοφία
Απόγονοι
[επεξεργασία]φιλοσοφία (αρχαία ελληνικά)
- ⇘ νέα ελληνικά: φιλοσοφία
- ↷ αραβικά: فلسفة (fálsafa)
- ↷ λατινικά: philosophia
- ↷ ρωσικά: филосо́фия (filosófija)
Πηγές
[επεξεργασία]- φιλοσοφία - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φιλοσοφία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα φιλο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σοφία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ία (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα φιλο- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σοφία (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)