φιλοτιμία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιλοτιμία φιλοτιμίες
γενική φιλοτιμίας φιλοτιμιών
αιτιατική φιλοτιμία φιλοτιμίες
κλητική φιλοτιμία φιλοτιμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοτιμία < αρχαία ελληνική φιλοτιμία < φιλοτιμέομαι-οῦμαι < φιλότιμος < φίλος + τιμή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλοτιμία θηλυκό

  • η έντονη ανάγκη για κοινωνική υπόληψη, η εσωτερική συναίσθηση της αξιοπρέπειας και της τιμής και η έμπρακτη εξωτερίκευσή της με συγκεκριμένες συμπεριφορές, η προσπάθεια κάποιου να είναι παραπάνω από επαρκής στα καθήκοντά του (θρησκευτικά, επαγγελματικά, οικογενειακά, πατριωτικά κ.λπ.) ή και να διακρίνεται για τις προσπάθειές του αυτές
    Εκολακεύετο άλλως και η φιλοτιμία του χωρικού, πιστεύοντος ότι αξίως και ανδρικώς έπραττεν ούτω προβαίνων μετά θάρρους προς τον έχθρόν αντί να στρέψη δειλώς τα νώτα (Το βοτάνι της αγάπης, Γ. Δροσίνης)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Κάνω την ανάγκη, φιλοτιμία : κάτι που πρέπει υποχρεωτικά να κάνω, το παρουσιάζω σαν εθελοντική ενέργεια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοτιμία < φιλοτιμέομαι < φιλότιμος < φίλος + τιμή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλοτιμία

  1. η αγάπη για την τιμή, η φιλοδοξία, η κενοδοξία, η ένθερμη επιδίωξη τιμής, διάκρισης
  2. η δόξα, η τιμή, η υπόληψη
  3. το να υπερηφανεύεται κάποιος για κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]