φιλοτιμώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοτιμώ < φιλοτιμούμαι < αρχαία ελληνική φιλοτιμέομαι-οῦμαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φιλοτιμώ

  1. σχετικά αδόκιμο στην ενεργητική φωνή, με θεωρητική σημασία άγω κάποιον στη φιλοτιμία, τον φέρνω στο φιλότιμο, διεγείρω το φιλότιμό του
    Προσπάθησα να τον φιλοτιμήσω θυμίζοντάς του τις υποχρεώσεις του
  2. φιλοτιμούμαι (λαϊκά: φιλοτιμιέμαι) : φέρομαι φιλότιμα, κατά κανόνα κατόπιν πίεσης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

φιλοτιμούμαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]