φιλτράρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλτράρω < φίλτρο από τα ιταλικά < αρχαία ελληνική φίλτρον

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φιλτράρω (παρατ. φίλτραρα, μελ. διαρκ. θα φιλτράρω, αορ. φιλτράρησα, φιλτραρισμένος)

  1. περνώ από φίλτρο υλικό για να το καθαρίσω από στερεά υπολείμματα άλλων ουσιών
  2. (μεταφορικά) περνάω από φίλτρο τις θεωρίες, απόψεις, γνώμες, γνώσεις των άλλων προτού κρατήσω για εμένα εκείνο που θέλω, απορρίπτοντας όσα στοιχεία δεν με βρίσκουν σύμφωνο


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]