φιλόπονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φιλόπονος φιλόπονη φιλόπονο
γενική φιλόπονου φιλόπονης φιλόπονου
αιτιατική φιλόπονο φιλόπονη φιλόπονο
κλητική φιλόπονε φιλόπονη φιλόπονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φιλόπονοι φιλόπονες φιλόπονα
γενική φιλόπονων φιλόπονων φιλόπονων
αιτιατική φιλόπονους φιλόπονες φιλόπονα
κλητική φιλόπονοι φιλόπονες φιλόπονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλόπονος < αρχαία ελληνική φιλόπονος < φίλος + πόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλόπονος

  1. φίλος του κόπου, του μόχθου, της προσπάθειας, της εργασίας, ο εργατικός

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλόπονος < φίλος + πόνος

Κατα λέξη σημαίνει αυτός που του αρέσει να πονάει. Όταν όμως χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη, περιγράφουμε κάποιον ο οποίος του αρέσει (από το φίλος) να κουράζεται και να κοπιάζει και συγκεκριμένα κούραση και κόπος που προέρχεται από την εργασία. Όποτε είναι αυτός που του αρέσει να εργάζεται (γιατί δεν υπάρχει εργασία χωρίς κόπο), δηλαδή ο εργατικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλόπονος

  1. φιλόπονος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]