φιμωθείτε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

φιμωθείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
  2. θα φιμωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φιμώνομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι