φιμώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιμώνω < αρχαία ελληνική φιμόω / φιμῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φιμώνω (παθητική φωνή: φιμώνομαι)

  1. κλείνω το στόμα ζώου με φίμωτρο, ώστε να μη μπορεί να δαγκώσει
    Όταν επιβιβαζόμαστε με το σκύλο μας σε λεωφορείο, πρέπει κανονικά να τον φιμώνουμε.
  2. κλείνω το στόμα ανθρώπου με ταινία, με το χέρι ή με άλλο μέσο για να μην μπορεί να διαμαρτυρηθεί
    Οι ληστές φίμωσαν το γεροντάκι για να μη φωνάζει.
  3. (μεταφορικά) επιβάλλω σε άνθρωπο τη σιωπή ή ελέγχω όσα λέει, τον λογοκρίνω
    Δεν θα με φιμώσετε με τις απειλές σας.
    Και η πιο ήπια λογοκρισία συνιστά προηγούμενο που μελλοντικά θα διευκολύνει την οποιαδήποτε εξουσία να φιμώνει τον Τύπο.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]