φινίρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φινίρισμα τα φινιρίσματα
      γενική του φινιρίσματος των φινιρισμάτων
    αιτιατική το φινίρισμα τα φινιρίσματα
     κλητική φινίρισμα φινιρίσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φινίρισμα < φινίρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φινίρισμα ουδέτερο

  1. η τελική επεξεργασία στην κατασκευή ενός αντικειμένου ή το αποτέλεσμά της, που του δίνει ορισμένη εμφάνιση και υφή, πχ. για ξύλινα έπιπλα η επάλειψη με βερνίκι
  2. ...

Μεταφράσεις[επεξεργασία]