φιξαρισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φιξαρισμένος φιξαρισμένη φιξαρισμένο
γενική φιξαρισμένου φιξαρισμένης φιξαρισμένου
αιτιατική φιξαρισμένο φιξαρισμένη φιξαρισμένο
κλητική φιξαρισμένε φιξαρισμένη φιξαρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φιξαρισμένοι φιξαρισμένες φιξαρισμένα
γενική φιξαρισμένων φιξαρισμένων φιξαρισμένων
αιτιατική φιξαρισμένους φιξαρισμένες φιξαρισμένα
κλητική φιξαρισμένοι φιξαρισμένες φιξαρισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιξαρισμένος < φιξάρω < φιξ < γαλλικό fixe

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

φιξαρισμένος ,-η,-ο

  1. κάτι σταθερό που έχει καθοριστεί και δεν μεταβάλλεται
    φιξαρισμένο ραντεβού, ημερομηνία, μηχάνημα (οι ενδείξεις ή οι προδιαγραφές του)
  2. που δεν αποσυναρμολογείται, είναι σταθερό, αμετακίνητο (έπιπλο, δοκός, τροχόσπιτο κ.λπ. αντικείμενα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]