φιστικάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιστικάς φιστικάδες
γενική φιστικά φιστικάδων
αιτιατική φιστικά φιστικάδες
κλητική φιστικά φιστικάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιστικάς < φιστίκι + -άς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fi.stiˈkas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιστικάς αρσενικό

  1. αυτός που πουλάει φιστίκια
  2. ο ιδιοκτήτης φιστικεώνα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]