φλέγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: φλέμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φλέγμα τα φλέγματα
      γενική του φλέγματος των φλεγμάτων
    αιτιατική το φλέγμα τα φλέγματα
     κλητική φλέγμα φλέγματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλέγμα < αρχαία ελληνική φλέγμα (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική phlegm)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλέγμα ουδέτερο

  1. (φυσιολογία) παχύρρευστη ουσία που μοιάζει με τη μύξα και αποβάλλεται από το στόμα ως πτύελο· προέρχεται είτε από τους πνεύμονες είτε από τη ρινική κοιλότητα
    ταυτόσημα: φλέμα
  2. απάθεια, εξαιρετική ψυχραιμία
    είναι πασίγνωστο το βρετανικό φλέγμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική φλέγμα φλέγματε φλέγματα
Γενική φλέγματος φλεγμάτοιν φλεγμάτων
Δοτική φλέγματι φλεγμάτοιν φλέγμασι
Αιτιατική φλέγμα φλέγματε φλέγματα
Κλητική φλέγμα φλέγματε φλέγματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλέγμα < φλέγω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλέγμα ουδέτερο

  1. φλόγα, φωτιά, θερμότητα
  2. φλεγμονή
  3. μυξώδης ουσία που θεωρούνταν υπεύθυνη για πολλές αρρώστιες (λατινικά: pituita)