φλασκί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλασκί φλασκιά
γενική φλασκιού φλασκιών
αιτιατική φλασκί φλασκιά
κλητική φλασκί φλασκιά
Πήλινο φλασκί του 6ου αι. μ.Χ. από την Έφεσο της Μικράς Ασίας, με παράσταση ευαγγελιστή (Μουσείο του Λούβρου).
Μεταλλικό φλασκί για την κωλότσεπη.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλασκί < μεσαιωνική ελληνική φλασκίον < ελληνιστική κοινή φλάσκη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fla.ˈski/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλασκί ουδέτερο

  1. δοχείο για υγρά (νερό, κρασί, κ.ά.) φτιαγμένο από πηλό, ξύλο, αποξηραμένη νεροκολοκύθα ή γιδοτόμαρο, και σχετικά μικρό για εύκολη μεταφορά
    Ἤπιασεν ὁ Pωτόκριτος τ' ἄλλο φλασκί, καὶ βάνει / εἰς τὰ μαλλιά, καὶ πρόσωπο, σὰν πρώτας τὸ μελάνι. (Β. Κορνάρος, Ἐρωτόκριτος, Ε 1143-1144, π. 1645)
  2. μικρή μεταλλική φιάλη για οινοπνευματώδη ποτά, με καμπύλο σχήμα για να χωρά στην πίσω τσέπη του παντελονιού
    Ο φίλος μου είχε ένα φλασκί με ουίσκι, το παίρνω και πίνω. (Περιοδικό Schooligans (Αθήνα), τχ. 16, Νοέμβριος 2009, σελ. 20)
  3. ο καρπός της νεροκολοκυθιάς, της φλασκιάς

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Πότε πίτα με φλασκί, πότε πίτα μοναχή (λαϊκή παροιμία) : Να είμαστε ευχαριστημένοι και με τα λιγότερα, όταν τα περισσότερα δεν είναι διαθέσιμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]