φλερτάρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]φλερτάρω
- προσεγγίζω και δείχνω τις ερωτικές διαθέσεις σε ένα άτομο, προσπαθώ να τον/την κατακτήσω ερωτικά
- ※ ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)
- προσεγγίζω ένα ζήτημα, το πλησιάζω
- ※ Κι ενώ βλέπουμε αλλοτινούς εκπροσώπους της ηλεκτρικής έντασης και των ρυθμών να φλερτάρουν με τον ακουστικό ήχο και τα λαϊκά τραγούδια – τα παλιότερα κυρίως, η σύγχρονη παραγωγή αυτού του ήχου βρίσκεται σε εξαιρετικά οριακό σημείο. (Γαλαίος, Επίλογος, 2008, σελ. 226)