φλουρί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλουρί φλουριά
γενική φλουριού φλουριών
αιτιατική φλουρί φλουριά
κλητική φλουρί φλουριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλουρί < μεσαιωνική ελληνική φλουρίον / φλωρίον , από το όνομα της ιταλικής πόλης Florentia. Βλέπε και Φλωρίνιο στη Βικιπαίδεια.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλουρί ουδέτερο

  1. χρυσό νόμισμα
    φλουρί κωνσταντινάτο
  2. το νόμισμα ή απομίμηση νομίσματος που βάζουμε στη βασιλόπιτα
  3. μεταλλικό κόσμημα που μοιάζει με νόμισμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]