φλούδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φλούδι τα φλούδια
      γενική του φλουδιού των φλουδιών
    αιτιατική το φλούδι τα φλούδια
     κλητική φλούδι φλούδια
Παράρτημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλούδι ουδέτερο

  1. άλλη μορφή του φλούδα
  2. (συνήθως μόνο στον πληθυντικό) υπολείμματα από τσόφλι