φλύαξ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φλύαξ φλύακε φλύακες
Γενική φλύακος φλυάκοιν φλυάκων
Δοτική φλύακι φλυάκοιν φλύαξι(ν)
Αιτιατική φλύακα φλύακε φλύακας
Κλητική φλύαξ φλύακε φλύακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλύαξ < φλύω (& φλέω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φλύαξ αρσενικό

  1. (δωρικός τύπος του) φλύαρος
    Ἐκεῖθεν δὲ καὶ Ῥίνθων ἦν ὁ ἐπικαλούμενος φλύαξ, ἤγουν φλύαρος (Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Σχόλια στο έργο Διονυσίου του Περιηγητού, 376, 12)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλύαξ αρσενικό

  1. είδος κωμικού ποιήματος (ἱλαροτραγῳδία), μπουρλέσκο
  2. φλυαρία, πολυλογία
  3. φληνάφημα, λήρος
  4. γελωτοποιός, αστείος