φλύαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλύαρος < φλύαρος

Επίθετο[επεξεργασία]

φλύαρος, -η, -ο

  • αυτός που αρέσκεται να μιλά διαρκώς, λέγοντας πολλά και ανούσια λόγια, που χρησιμοποιεί περιττά λόγια, που δεν μπορεί ή δε θέλει (εκείνη τη στιγμή ή γενικά) να διατυπώσει μια συνθετική ιδέα της σκέψης του
    Αποφεύγω να ανοίγω συζητήσεις μαζί τους, διότι είναι πολύ φλύαροι. Μιλάνε ασταμάτητα και σε κρατάνε εκεί, μαζί τους, μια ώρα μέχρι να τελειώσουν!
    Ο υπουργός ήταν σκόπιμα φλύαρος στη χτεσινή συνέντευξή του στους ανταποκριτές των εφημερίδων. Αερολογούσε σκόπιμα, επειδή δεν ήθελε να μπει στην ουσία των ερωτήσεων που του υπέβαλλαν οι δημοσιογράφοι


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλύαρος < φλύω και φλέω και φλύζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλύαρος

  • η μωρολογία, η ανοησία
    αὗται γάρ τοι μόναι εἰσὶ θεαί, τἄλλα δὲ πάντ᾽ ἐστὶ φλύαρος : στην πραγματικότητα μόνον αυτές είναι θεές και όλα τα άλλα είναι φούμαρα (Αριστοφ. Νεφ. 365)
    πολλῶν φλυάρων : πολλών ανοησιών

Επίθετο[επεξεργασία]

φλύαρος (συγκρ. βαθμός φλυαρότερος)

  • ο ανόητος, αυτός που δεν έχει ουσία, ανούσιος
    φλύαρος φιλοσοφία
    φλύαρος γλῶττα
    φλύαρος λόγος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • φλυάρως : με ανόητο τρόπο (επίρρημα)