φλώρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: φλῶρος

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φλώρος οι φλώροι
      γενική του φλώρου των φλώρων
    αιτιατική τον φλώρο τους φλώρους
     κλητική φλώρε φλώροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
φλώρος

Ετυμολογία

φλώρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φλῶρος (με επίδραση του λατινικά florus) < αρχαία ελληνική χλωρίων[1] (δηλαδή ο πρασινωπός, ονομασία του πτηνού λόγω του χρώματός του)

Ουσιαστικό

φλώρος αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) μικρό ωδικό πτηνό που επίσημα ανήκει στο είδος Chloris Chloris (από άλλους ταξινομείται ως Carduelis chloris και από τους Αμερικανούς αναφέρεται ως european greenfinch ενώ από τον Κάρολο Λινναίο είχε ταξινομηθεί ως Oriolus galbula)
  2. (μεταφορικά) άνδρας μαλθακός στον χαρακτήρα
     συνώνυμα: σοκολατόπαιδο
  3. (μειωτικό) ο ομοφυλόφιλος άνδρας
    → δείτε τη λέξη φλωράτζα

Μεταφράσεις

Αναφορές