φοινός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοινός < αρχαία ελληνική φένω (=σκοτώνω) < ιαπετική ρίζα -φεν και φον- και -φαν

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φοινός, -ή, -όν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υποσημειώσεις[επεξεργασία]

  1. αν δεχτούμε ότι προέρχεται ετυμολογικά από το γ' ενικό (πέφαται=έχει σκοτωθεί, πέθανε) του παρακειμένου του φένω