φοκάτσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φοκάτσα | οι | φοκάτσες |
| γενική | της | φοκάτσας | — | |
| αιτιατική | τη | φοκάτσα | τις | φοκάτσες |
| κλητική | φοκάτσα | φοκάτσες | ||
| Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /foˈka.t͡sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φο‐κά‐τσα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φοκάτσα θηλυκό
- (τρόφιμο) άλλη μορφή του φοκάτσια
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
φοκάτσα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φοκάτσα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- φοκάτσια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέστροφα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Φωνητικές αποδόσεις από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τρόφιμα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)