φολκλόρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φολκλόρ < γαλλική folklore < αγγλική folklore < folk + lore

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φολκλόρ ουδέτερο άκλιτο

  1. η παραδοσιακή λαϊκή τέχνη
  2. (αρνητικά) η τυποποιημένη και εμπορικά εκμεταλλεύσιμη εκδοχή του παραδοσιακού πολιτισμού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]