φοριέμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοριέμαι < μεσοπαθητικό του ρήματος φορώ και φοράω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φοριέμαι

  1. αδόκιμο για ζωντανά πλάσματα και στο πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο. Στο γ΄πρόσωπο: κάτι που μπορεί να φορεθεί
    Μπορεί να μην είναι μοδάτο, αλλά σίγουρα φοριέται ακόμα, σου κάνει, είναι άφθαρτο, σχεδόν σαν αφόρετο, και αν θυμάμαι καλά ήταν και ακριβό
  2. (μεταφορικά) κάτι που είναι της μόδας, συνηθίζεται, χρησιμοποιείται συχνά
    Φοριέται πολύ αυτή την εποχή ένα άρωμα/είδος ρούχου/κόμμωση/λέξη/έκφραση/στυλάκι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]