φορμαλισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φορμαλισμός φορμαλισμοί
γενική φορμαλισμού φορμαλισμών
αιτιατική φορμαλισμό φορμαλισμούς
κλητική φορμαλισμέ φορμαλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορμαλισμός < γαλλική formalisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φορμαλισμός αρσενικό

  1. η υπερεκτίμηση της αξίας του τύπου σε βάρος της ουσίας
  2. η προσκόλληση στις φόρμες, η τυπολατρία, η εμμονή στο ήδη μορφοποιημένο και τυπικό και γενικά αποδεκτό κατά το παρελθόν ή που το καθορίζει μια ανώτερη εξουσία στο παρόν, στηριζόμενη όμως σε σχήματα του παρελθόντος
  3. συμπεριφορά επιτρεπτή εντός συστήματος ή μεθοδολογία που το περιγράφει

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]