φοροαποφυγή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φοροδιαφυγή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φοροαποφυγή φοροαποφυγές
γενική φοροαποφυγής φοροαποφυγών
αιτιατική φοροαποφυγή φοροαποφυγές
κλητική φοροαποφυγή φοροαποφυγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοροαποφυγή < φόρος + -ο- + αποφυγή ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική tax avoidance)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φοροαποφυγή θηλυκό

  • (νεολογισμός) (οικονομία) η αποφυγή της πληρωμής φόρων
    Οι εισαγγελείς είχαν ξεκινήσει έρευνα για την εταιρεία και ξεχωριστά για κάθε ένα από τα στελέχη που φέρονται να έχουν οργανώσει τη φοροαποφυγή και έτσι, παρότι η εταιρεία πλήρωσε ακριβώς το ποσό που της ζητήθηκε, οι υποθέσεις εναντίον των στελεχών παραμένουν ανοιχτές. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]