φορτίον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορτίον < αρχαία ελληνική φορτίον < (υποκοριστικό) φόρτος (φορτίο πλοίου, κοιλιάς, δηλ. έμβρυο, οτιδήποτε έχει βάρος, αλλά και το ενοχλητικό, το χυδαίο, το φορτικό) < φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φορτίον ουδέτερο

  1. (καθαρεύουσα) φορτίο