φορτηγάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φορτηγάκι φορτηγάκια
γενική
αιτιατική φορτηγάκι φορτηγάκια
κλητική φορτηγάκι φορτηγάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φορτηγάκι < φορτηγό + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < αρχαία ελληνική φορτηγός < φόρτος (<φέρω) + ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φορτηγάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του φορτηγό
  2. μικρό φορτηγό αυτοκίνητο (συνήθως κλειστού τύπου)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]