φορτηγό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φορτηγό φορτηγά
γενική φορτηγού φορτηγών
αιτιατική φορτηγό φορτηγά
κλητική φορτηγό φορτηγά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φορτηγό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φορτηγός < αρχαία ελληνική φορτηγός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fɔɾ.ti.ˈɣɔ/
μεγάλο φορτηγό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φορτηγό ουδέτερο

  1. μηχανοκίνητο τροχοφόρο όχημα με ανοιχτή ή κλειστή καρότσα, κατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων
  2. εμπορικό πλοίο που μεταφέρει φορτία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

φορτηγό