Μετάβαση στο περιεχόμενο

φορτηγό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φορτηγό τα φορτηγά
      γενική του φορτηγού των φορτηγών
    αιτιατική το φορτηγό τα φορτηγά
     κλητική φορτηγό φορτηγά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φορτηγό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φορτηγός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /foɾ.tiˈɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φορτηγό
μεγάλο φορτηγό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φορτηγό ουδέτερο

  1. (μέσο μεταφορών) μηχανοκίνητο τροχοφόρο όχημα με ανοιχτή ή κλειστή καρότσα, κατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων
  2. (μέσο μεταφορών, ναυτικός όρος) εμπορικό πλοίο που μεταφέρει φορτία
      Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
    που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
    κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
    περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
    Νίκος Καββαδίας, Οι γάτες των φορτηγών, από την ποιητική συλλογή Μαραμπού, (1933)   @users.sch.gr

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

φορτηγό