φουκαρού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουκαρού φουκαρούδες
γενική φουκαρούς φουκαρούδων
αιτιατική φουκαρού φουκαρούδες
κλητική φουκαρού φουκαρούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουκαρού < θηλυκό του φουκαράς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουκαρού θηλυκό

  1. θηλυκό του: φουκαράς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε φουκαράς