φουκού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουκού < παλαιά γαλλική fougou

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουκού θηλυκό

(κυπριακή διάλεκτος)
  1. μεταλλικό δοχείο όπου ανάβονται κάρβουνα, τύπος ψησταριάς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]