φουσκώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουσκώνω < μεσαιωνική ελληνική φουσκώνω < φούσκα + -ώνω(Παθ. φουσκώνομαι, μετοχή παθητικού παρακειμένου φουσκωμένος).

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fu.ˈskɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φουσκώνω

  1. (μεταβατικό) διοχετεύω αέρα στο εσωτερικό ενός αντικειμένου, ώστε αυτό να πάρει το λειτουργικό του σχήμα
    φουσκώνω τα λάστιχα του αυτοκινήτου, φουσκώνω ένα μπαλόνι
  2. (μεταβατικό) διοχετεύω αέρα στην μία πλευρά ενός αντικειμένου και έτσι κυρτώνω το σχήμα του
    ο άνεμος φούσκωσε τα πανιά μας
  3. (μεταβατικό) αυξάνω τον όγκο ή την ποσότητα ενός πράγματος
  4. (αμετάβατο) διογκώνομαι επειδή διοχετεύτηκε αέρας στο εσωτερικό μου
    το μπαλόνι φούσκωσε
  5. (αμετάβατο) αυξάνομαι σε όγκο ή σε ποσότητα
  6. (αμετάβατο) (μεταφορικά) νιώθω περηφάνια και αυτοπεποίθηση, αναπτερώνεται το ηθικό μου
    φούσκωσε από περηφάνια
  7. (αμετάβατο) (για τη θάλασσα) λέγεται όταν ανεβαίνει η στάθμη του νερού λόγω παλίρροιας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • του φουσκώνει τα μυαλά: τον επηρεάζει κάνοντάς τον να αποκτήσει υπερβολική ιδέα για τον εαυτό του και υποβάλλοντάς του ανεδαφικά και παράτολμα σχέδια
  • μας φούσκωσε το λαγαριασμό: μας χρέωσε περισσότερα από όσα έπρεπε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]