φουστανελοφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουστανελοφόρος φουστανελοφόροι
γενική φουστανελοφόρου φουστανελοφόρων
αιτιατική φουστανελοφόρο φουστανελοφόρους
κλητική φουστανελοφόρε φουστανελοφόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουστανελοφόρος < φέρω και φουστανέλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουστανελοφόρος αρσενικό

  1. αυτός που φοράει φουστανέλα, ο φουστανελάς
  2. (παλιότερα) χαρακτηρισμός για άκομψο ντύσιμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

  • βρακάς τους περασμένους δύο αιώνες


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]