φούξια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

άνθη της φούξιας


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούξια φούξιες
γενική φούξιας (φουξιών)
αιτιατική φούξια φούξιες
κλητική φούξια φούξιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φούξια < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φούξια θηλυκό

  • έντονο χρώμα μεταξύ μοβ και ροζ
  • (βοτανική) μικρός θάμνος του γένους Fuchsia γνωστός για τα όμορφα άνθη του με μοβ πέταλα και με σέπαλα που έχουν το χαρακτηριστικό φούξια χρώμα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]