φούρκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούρκα φούρκες
γενική φούρκας (φουρκών)
αιτιατική φούρκα φούρκες
κλητική φούρκα φούρκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φούρκα < ελληνιστική κοινή φοῦρκα (< λατινική furca)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φούρκα θηλυκό (λαϊκότροπο)

  1. είδος υποστηρικτικού πασσάλου, ίσιο κλαδί που καταλήγει σε διχάλα
  2. ξύλινη κατασκευή σε σχήμα ταυ (αγχόνη, κρεμάλα)
  3. οργή που σιγοκαίει, εκνευρισμός που σιγοβράζει
    • έχω μια φούρκα που δεν λέγεται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]