φούρναρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούρναρης φουρνάρηδες
& φουρναραίοι
γενική φούρναρη φουρνάρηδων
& φουρναραίων
αιτιατική φούρναρη φουρνάρηδες
& φουρναραίους
κλητική φούρναρη φουρνάρηδες
& φουρναραίοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φούρναρης < μεσαιωνική ελληνική φούρναρης < υστερολατινική furnarius < λατινική furnus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gwher

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φούρναρης αρσενικό, φουρνάρισσα θηλυκό

  • ο ιδιοκτήτης ενός φούρνου· επαγγελματίας που παρασκευάζει και πωλεί ψωμί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]