φούσκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούσκος φούσκοι
γενική φούσκου φούσκων
αιτιατική φούσκο φούσκους
κλητική φούσκε φούσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φούσκος < φούσκα για το ράπισμα και αβέβαιης ετυμολογίας για το δεύτερο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φούσκος αρσενικό

  1. ισχυρό χαστούκι, ράπισμα στο πρόσωπο
  2. πλέγμα σχοινιών στο πλαϊνο μέρος του πλοίου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]