φούχτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φούχτα οι φούχτες
      γενική της φούχτας των φουχτών
    αιτιατική τη φούχτα τις φούχτες
     κλητική φούχτα φούχτες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φούχτα < μεσαιωνική ελληνική φοῦχτα / φοῦκτα < *φουκτίζω[1] < αρχαία ελληνική πυκτίζω / πυκτεύω / βοιωτικός τύπος πουκτεύω < πύκτης < πύξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfu.xta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φούχτα θηλυκό

  1. η χούφτα
  2. (συνεκδοχικά) ποσότητα υλικού που μπορεί να χωρέσει σε μια χούφτα
Έσκυψε, πήρε μια φούχτα χώμα και το φίλησε. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  1. η παλάμη

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.