φράουλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φράουλα φράουλες
γενική φράουλας φραουλών
αιτιατική φράουλα φράουλες
κλητική φράουλα φράουλες
ανθισμένη φράουλα
φράουλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φράουλα < μεσαιωνική ελληνική φράγουλα < ιταλική fragola

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfɾa.u.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φράουλα θηλυκό

  • έρπον ή αναρριχώμενο ποώδες φυτό του γένους Fragaria, με πριονωτά φύλλα, μικρά άσπρα άνθη και εδώδιμους καρπούς (δείτε παρακάτω) -λέγεται και φραουλιά
  • ο μικρός εδώδιμος κόκκινος καρπός του παραπάνω φυτού, που έχει πλατιά βάση, στενεύει προς την άκρη, και έχει σποράκια στην επιφάνειά του


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]