φρέζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

φρέζα (2)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρέζα φρέζες
γενική φρέζας φρεζών
αιτιατική φρέζα φρέζες
κλητική φρέζα φρέζες
ανθισμένες φρέζες (4)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρέζα < ιταλική fresa < γαλλική fraise < λατινική fraga, πληθυντικός του fragum < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰrHǵ-o-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φρέζα θηλυκό

  1. εργαλειομηχανή με περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο που χρησιμοποιείται στα μηχανουργεία για την κατεργασία μετάλλου ή ξύλου
  2. (κατ’ επέκταση) το περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο της μηχανής αυτής
  3. μηχάνημα στο οποίο προσαρμόζονται διάφορα εξαρτήματα για διάφορες γεωργικές εργασίες
  4. (βοτανική) είδος λουλουδιού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]