φρένες

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search
Arrows blue.png Δείτε επίσης: φρένο, φρήν, φρην

Ελληνικά (el) [edit]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική φρένες
γενική φρενών
αιτιατική φρένες
κλητική φρένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

φρένες < αρχαία ελληνική φρένες, πληθυντικός του φρήν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

φρένες θηλυκό μόνο στον πληθυντικό

Σημειώσεις[edit]

Εκφράσεις[edit]

Συγγενικές λέξεις[edit]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]