φρένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρένο φρένα
γενική φρένου φρένων
αιτιατική φρένο φρένα
κλητική φρένο φρένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φρένο < γαλλική frein ή ιταλική freno < λατινική frenum (χαλινός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φρένο ουδέτερο

  1. μηχανισμός που ελαττώνει την ταχύτητα ενός αντικειμένου
  2. (μεταφορικά) κάτι που επιβραδύνει ή εμποδίζει την ανάπτυξη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]