φρακαρισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φρακαρισμένος φρακαρισμένη φρακαρισμένο
γενική φρακαρισμένου φρακαρισμένης φρακαρισμένου
αιτιατική φρακαρισμένο φρακαρισμένη φρακαρισμένο
κλητική φρακαρισμένε φρακαρισμένη φρακαρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φρακαρισμένοι φρακαρισμένες φρακαρισμένα
γενική φρακαρισμένων φρακαρισμένων φρακαρισμένων
αιτιατική φρακαρισμένους φρακαρισμένες φρακαρισμένα
κλητική φρακαρισμένοι φρακαρισμένες φρακαρισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρακαρισμένος < φρακάρω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

φρακαρισμένος, -η, -ο

  1. που έχει φρακάρει, που είναι ακινητοποιημένος, στριμωγμένος, σφηνωμένος
    είμαι φρακαρισμένος στην Αθηνάς και πάμε σημειωτόν/το ασανσέρ είναι φρακαρισμένο μεταξύ 2ου και 3ου ορόφου
  2. (μεταφορικά) που δεν μπορεί να σημειώσει πρόοδο
    νιώθω φρακαρισμένο το μυαλό μου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]