φραστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φραστικός φραστική φραστικό
γενική φραστικού φραστικής φραστικού
αιτιατική φραστικό φραστική φραστικό
κλητική φραστικέ φραστική φραστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φραστικοί φραστικές φραστικά
γενική φραστικών φραστικών φραστικών
αιτιατική φραστικούς φραστικές φραστικά
κλητική φραστικοί φραστικές φραστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φραστικός < αρχαία ελληνική φραστικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φραστικός

  • Το λάθος στο κείμενο ήταν φραστικό, πρόκειται για παρερμηνεία (συντακτικό λάθος ή επιλογή άκομψης λέξης)
  • Οι δύο άνδρες είχαν έναν φραστικό διαπληκτισμό (τσακώθηκαν αλλά αντάλλαξαν κουβέντες χωρίς να έρθουν στα χέρια)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φραστικός < φραστήρ < φράζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φραστικός

  1. εκφραστικός, λεκτικός (αυτό που λέμε, όχι απαραιτήτως αυτό που εννοούμε ή σκεφτόμαστε)
  2. το ουδέτερο (το φραστικόν) η δύναμη του λόγου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]