φρενάρισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρενάρισμα φρεναρίσματα
γενική φρεναρίσματος φρεναρισμάτων
αιτιατική φρενάρισμα φρεναρίσματα
κλητική φρενάρισμα φρεναρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρενάρισμα < φρενάρω < φρένο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φρενάρισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος φρενάρει
  2. ο ήχος που ακούγεται από τα φρένα του αυτοκινήτου
  3. το ίχνος που μένει στην άσφαλτο από τα λάστιχα του αυτοκινήτου μετά από ένα απότομο φρενάρισμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]