φρενάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φρενάρω < φρένο + [-άρω]]

Open book 01.svg Ρήμα[]

φρενάρω

  1. (για τον οδηγό) πατάω το φρένο ενός οχήματος για να μειώσω ταχύτητα ή να σταματήσω
  2. (για όχημα) μειώνεται απότομα η ταχύτητά μου
  3. (μεταφορικά) σταματώ η επιβραδύνω μια εξέλιξη

32πχ Μεταφράσεις[]