φρενάρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φρενάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική frenare + -ω.[1]
Ρήμα
[επεξεργασία]φρενάρω
- (για τον οδηγό) πατάω το φρένο ενός οχήματος, για να μειώσω ταχύτητα ή να σταματήσω
- (για όχημα) μειώνεται απότομα η ταχύτητά μου
- (μεταφορικά) σταματώ ή επιβραδύνω μια εξέλιξη
Κλίση
[επεξεργασία]| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
|---|---|---|---|---|---|---|
| α' ενικ. | φρενάρω | φρέναρα | θα φρενάρω | να φρενάρω | φρενάροντας | |
| β' ενικ. | φρενάρεις | φρέναρες | θα φρενάρεις | να φρενάρεις | φρέναρε | |
| γ' ενικ. | φρενάρει | φρέναρε | θα φρενάρει | να φρενάρει | ||
| α' πληθ. | φρενάρουμε | φρενάραμε | θα φρενάρουμε | να φρενάρουμε | ||
| β' πληθ. | φρενάρετε | φρενάρατε | θα φρενάρετε | να φρενάρετε | φρενάρετε | |
| γ' πληθ. | φρενάρουν(ε) | φρέναραν φρενάραν(ε) |
θα φρενάρουν(ε) | να φρενάρουν(ε) |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φρενάρω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας