φρεσκάρει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

φρεσκάρει

  1. γ' ενικό οριστικής (ή υποτακτικής) ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος φρεσκάρω