φροντιστήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φροντιστήριο φροντιστήρια
γενική φροντιστηρίου
& φροντιστήριου
φροντιστηρίων
& φροντιστήριων
αιτιατική φροντιστήριο φροντιστήρια
κλητική φροντιστήριο φροντιστήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φροντιστήριο < αρχαία ελληνική φροντιστήριον < φροντιστής + -τήριον (σημασιολογικό δάνειο από αγγλικά tutorial)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φροντιστήριο ουδέτερο

  1. επιπλέον μαθήματα (συνήθως επί πληρωμή, αλλά μερικές φορές και στο δημόσιο σχολείο) για την ενίσχυση μαθητών/σπουδαστών/φοιτητών σε διάφορους τομείς (κατά άτομο και στο σπίτι, λέγονται ιδιαίτερα)
    Δεν μπορώ να έρθω πριν από τις 7 γιατί 5 με 6.30 έχω φροντιστήριο
  2. ο χώρος και η επιχείρηση στον οποίο γίνονται ειδικά ενισχυτικά μαθήματα κατά ομάδες μαθητών
    Φροντιστήριο γενικής παιδείας/μαθηματικών/ θεωρητικής κατεύθυνσης/Αγγλικών κ.λπ.
  3. τον περασμένο αιώνα φροντιστήριο ονομαζόταν ο χώρος του οικονομικού αξιωματικού στα πολεμικά πλοία -στο φροντιστήριο φυλάσσονταν τα αρχεία και τα οικονομικά έγγραφα
  4. μετά την επανάσταση του 1821 και μέχρι το 1830 Φροντιστήριο ονομαζόταν το κατοπινό υπουργείο Άμυνας
  5. Ως φροντιστήριο αναφέρονται τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα Τραπεζούντας, Χερσώνος, Βενετίας και άλλων πόλεων επί Τουρκοκρατίας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]